Η Ιστορία του γκονγκ και η χρήση του στην Αρχαία Ελλάδα

 

Το πρώτο εύρημα γκονγκ, από τις ανασκαφές στο Ιδαίον Άνδρο. Οι Κουρήτες χτυπούν γκονγκ προστατεύοντας το Δία. Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου.
Το πρώτο εύρημα γκονγκ, από τις ανασκαφές στο Ιδαίον Άνδρο. Οι Κουρήτες χτυπούν γκονγκ προστατεύοντας το Δία. Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου.

Το άρθρο βρίσκεται υπό ενημέρωση / αναθεώρηση μετά τα νέα ευρήματα που προέκυψαν από την έρευνα κατά το τέλος του 2016, της απεικόνισης της Μήδειας με γκονγκ στην Ελευσίνα, το νέο εύρημα γκονγκ ηλικίας 4000 ετών από την Κρήτη, πότε και πως έφτασε το γκονγκ στην Κίνα και άλλα ευρήματα και ερευνητικά συμπεράσματα. Ακολουθεί η προηγούμενη έκδοση του άρθρου με συμπληρώσεις από τα νέα στοιχεία, όπου προφταίνουμε. Μείνετε συντονισμένοι 😉


Η ιστορία της δημιουργίας του γκονγκ χάνεται στο χρόνο. Το γκονγκ μπορεί να εμφανίστηκε κατά τη διάρκεια της εποχής του Χαλκού (γύρω στο 3.500 π.Χ. με 2.000 π.Χ.), όταν κατασκευάστηκαν για πρώτη φορά εργαλεία και όπλα από μπρούτζο. Το πρώτο γκονγκ μπορεί να ήταν μια μπρούτζινη ασπίδα που την έκρουσαν κατά τη διάρκεια μιας μάχης για να σηματοδοτήσουν μια επίθεση ή μια υποχώρηση. Μια άλλη πιθανότητα είναι το πρώτο γκονγκ να εξελίχθηκε από ένα μπρούτζινο δίσκο που είχε κατασκευαστεί για να αναπαριστά τον ήλιο, ο οποίος λατρευόταν από τους πρώιμους αγροτικούς πολιτισμούς.

Όπως πολλές μεγάλες εφευρέσεις και ανακαλύψεις στην ιστορία της ανθρωπότητας έγιναν τυχαία, έτσι επίσης πιθανολογείται επίσης και για το γκονγκ. Μια από τις απόψεις για τη δημιουργία του το συνδέει με τις πρώτες αγροτικές εγκαταστάσεις και όταν οι άνθρωποι άρχισαν να φτιάχνουν τα πρώτα μεταλλικά εργαλεία, γύρω στο 3.500 π.Χ. Στους λίθινους φούρνους όπου ψηνόταν το ψωμί, ο κασσίτερος και αργότερα – καθώς το μέγεθος και η θερμοκρασία των φούρνων αύξανε – ο χαλκός, τα δυο αυτά μέταλλα που υπήρχαν μέσα στα πετρώματα του φούρνου, έλιωσαν και συντήχθηκαν δημιουργώντας στη βάση των λίθων έναν τραχύ μεταλλικό δίσκο. Κάποιος τον απέσπασε και χτυπώντας τον ακούστηκε για πρώτη φορά το γκονγκ. Μια άλλη άποψη θέλει έναν μετεωρίτη πλούσιο σε μετάλλευμα να πέφτει από τον ουρανό προκαλώντας δυνατό κρότο και λάμψη. Στο σημείο κρούσης οι άνθρωποι ανακάλυψαν μέσα στο κρατήρα που δημιουργήθηκε, έναν τραχύ πρωτόλειο κοίλο δίσκο λιωμένου μετάλλου, τα απομεινάρια του μετεωρίτη, που έγινε το υπόδειγμα για τις ασπίδες και τα γκονγκ, ένα «θεϊκό αντικείμενο προστασίας». Το γκονγκ σαν αντικείμενο λοιπόν μπορεί λοιπόν να δημιουργήθηκε τυχαία από μόνο του με φυσικές διαδικασίες και μπορεί να έχει παραπάνω από ένα σημεία ως χρονικές αφετηρίες και τόπους προέλευσης στην ιστορία.

Ενώ όμως γενικά υπάρχει η εντύπωση ότι τα γκονγκ προέρχονται από την Ανατολή λόγω του ότι χρησιμοποιήθηκαν στην Κίνα για πολλούς αιώνες πριν εμφανιστούν στην κλασσική Δυτική μουσική, οι ίδιοι οι Κινέζοι τα αναφέρουν για πρώτη φορά τον 6ο αιώνα μ.Χ. με το όνομα «Σα-λο», που σημαίνει στα κινεζικά και «στρογγυλή λεκάνη», περιγράφουν τον επιβλητικό του ήχο και αποδίδουν την προέλευση του γκονγκ σε έναν άλλο μεγάλο και διαφορετικό πολιτισμό από την μακρινή δύση. Στην αρχαία ελληνική γλώσσα η λέξη «σάλος» ετυμολογικά προέρχεται από το ρήμα σαλεύω (ή και σαλόω-ῶ και σαλέω-ῶ) που σημαίνει κινώ, ταράσσω και κινούμαι, ανησυχώ, ταράσσομαι, κάνω κάτι να σαλευθεί, δηλ. να κινηθεί εδώ και εκεί, να κλονισθεί. Η λέξη σάλος στην αρχαία Ελλάδα χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει τον ήχο των κυμάτων στη φουρτουνιασμένη θάλασσα, την εκστατική κατάσταση στην οποία περιέπιπτε ένας μάντης και τον θόρυβο που δημιουργούσαν οι πιστοί ακόλουθοι του θεού Διόνυσου, σαλός ονομάζεται δε αυτός που έχει ταρακουνηθεί – σαλέψει – το μυαλό του.

gonglove_greek_shields

Για τη χρήση του γκονγκ υπάρχει πληθώρα αναφορών στην αρχαία Ελλάδα. Το γκονγκ συνδέεται άμεσα με τις ασπίδες των αρχαίων Ελλήνων και τη χρήση τους για να προκαλέσουν ήχο καθώς και με τους αρχαίους λέβητες και τρίποδες των μαντείων που ήταν ένας διαφορετικός τύπος γκονγκ. Το αρχαιότερο ελληνικό γκονγκ με τη μορφή μπρούτζινου τυμπάνου που έχει ανακαλυφθεί μέχρι σήμερα χρονολογείται στο 800 π.Χ. και υπάρχουν ενδείξεις που φτάνουν μέχρι την πρώιμη εποχή του χαλκού στην Κρήτη, περίπου το 3.200 π.Χ. και συνδέουν το γκονγκ με την πρωταρχική μορφή του ιερού Παλλαδίου, συμβόλου προστασίας και ευτυχίας για την πόλη που το κατείχε. Μερικά από τα ονόματα με τα οποία συναντάμε το γκονγκ στην αρχαία Ελλάδα πέρα από την ταύτισή του με το Παλλάδιο, είναι «Ηχείον», «Κεραύνιον Ηχείον», «Χαλκείον», «Χαλκός» και «Βροντείον». Για τον τύπο γκονγκ του λέβητα συναντάμε τους όρους «λέβης», «τρίποδας», «κύκλος», «άξων» και μια πληθώρα άλλων ονομάτων.  Ανάμεσα στους δυο τύπους γκονγκ, αυτού που μοιάζει με ασπίδα και αυτού που μοιάζει με λέβητα, ενίοτε παρατηρείται σύγχυση από τους σύγχρονους μελετητές λόγω της δυσκολίας της ερμηνείας των αρχαίων ελληνικών κειμένων και της ευρύτερης άγνοιας που επικρατεί σε σχέση με αυτό το πολύ εξειδικευμένο θέμα που αφορά ιερά μυστικά σκεύη για τους αρχαίους Έλληνες.

Η πρώτη ιστορία για τα γκονγκ παγκοσμίως καταγράφεται στην Κρήτη και την Ελληνική Μυθολογία. Όταν γεννήθηκε ο θεός Δίας, οι Ιδαίοι Δάκτυλοι, οι «χαλκόκροτοι» Κουρήτες, πνεύματα δάσκαλοι της μεταλλουργίας και της μουσικής στους ανθρώπους, χτυπούσαν τις ασπίδες τους για να σκεπάσουν το κλάμα του βρέφους, ώστε να μην το ανακαλύψει ο πατέρας του Κρόνος και το καταπιεί όπως έκανε με όλα τα προηγούμενα παιδιά του. Στο Ηράκλειο της Κρήτης, υπάρχει ο Θησαυρός των Γκονγκ που βρέθηκαν στο Ιδαίο Άντρο, το σπήλαιο της γενήσεως του Δία στην Κρήτη. Διαβάστε εδώ την αναλυτική παρουσίαση.

Ο λατρευτικός χώρος του Δία στη Δωδώνη, ήταν πολύ γνωστός για τα γκονγκ και τους ορειχάλκινους λέβητες που ηχούσαν εκεί. Οι Έλληνες χρησιμοποιούσαν επίσης το γκονγκ σε τελετές που σχετίζονταν με τον Άδη στην Ελευσίνα και την Σπάρτη, ακριβώς όπως άλλοι πολιτισμοί έχουν χρησιμοποιήσει το γκονγκ σε νεκρώσιμες ακολουθίες. Το χρησιμοποιούσαν σε θεατρικά έργα για να δημιουργήσουν τον ήχο του κεραυνού των θεών, να σηματοδοτήσουν την εμφάνιση πνευμάτων και την αποκορύφωση των ιερών τελετουργιών.  Ως «Ηχείον» ή «Κεραύνιον Ηχείον» ήταν γνωστό για τον ρόλο που έπαιζε για δύο χιλιάδες χρόνια περίπου στις μυήσεις και τη θεοφάνεια των Ελευσινίων Μυστηρίων, και στη λατρεία της θεάς Δήμητρας. Χρησιμοποιείτο επίσης για να απομακρύνει τους φόβους και να θεραπεύει ψυχικές ασθένειες. Οι Λακεδαιμόνιοι συνόδευαν με γκονγκ τις τελετές ταφής του βασιλιά τους. Το γκονγκ ως Παλλάδιο στη Μινωική – Μυκηναϊκή λατρεία, η ιερή παλλόμενη ασπίδα που έπεσε από τον ουρανό, προστάτευε και έφερνε την ευτυχία στην πόλη που την κατείχε και μετασχηματίστηκε μέσα στον χρόνο στην ίδια τη θεά της σοφίας, την Παλλάδα Αθηνά. Ο μακρόσυρτος ήχος του «Δωδωναίου Χαλκείου» έγινε παροιμιώδης φράση για αυτούς που μιλούν ακατάπαυστα. Ο Φιλόστρατος λέει ότι στη Δωδώνη τιμόταν η «χάλκινη Ηχώ» και αναφέρει ότι το «χαλκείο» ηχούσε μέχρι κάποιος να το αγγίξει. Ο Βιτρούβιος αναφέρει μια σειρά από μπρούτζινα «ηχεία» τα οποία τοποθετούσαν στα αρχαία θέατρα και ήταν κατασκευασμένα έτσι ώστε να παράγουν την αρμονία της τετρακτίδος. Η χρήση των ασπίδων σαν γκονγκ, ειδικά για τελετουργικούς χορούς, ήταν πολύ γνωστή ανάμεσα στους Έλληνες, με τους Κορύβαντες, αλλά και μεταγενέστερα στους Ρωμαίους.

Το υψηλό επίπεδο τεχνογνωσίας στην επεξεργασία και την υψηλή αισθητική στην τέχνη των μετάλλων για την κατασκευή γκονγκ καταγράφεται ξεκάθαρα στην Ιλιάδα, όπου ο Όμηρος αφιερώνοντας 130 στίχους περιγράφει αναλυτικά τον τρόπο κατασκευής και διακόσμησης της περίφημης ασπίδας του Αχιλλέα. Ο Ήφαιστος «στα φυσερά διαγέρνει, στη φλόγα τα ‘γυρε και πρόσταξε ν᾿ αρχίσουν να δουλεύουν. Κι αυτά ήταν είκοσι, και κίνησαν μαζί, και στα καμίνια φυσούσαν, δυνατά ξεχύνοντας λογής λογής αγέρα, πότε τον Ήφαιστο, σα βιάζουνταν, γοργά να παραστέκουν, και πότε πάλε όπως τον βόλευε, να βγει η δουλειά ως την άκρα. Ρίχνει μετά καλάι κι ατίμητο μες στη φωτιά χρυσάφι κι ασήμι και χαλκό ακατάλυτο, και γρήγορα απιθώνει το αμόνι το τρανό στο κούτσουρο, και πήρε στο ‘να χέρι τη δυνατή βαριά, και στο άλλο του χερώνει το διλάβι. Και πρώτα δυνατό, θεόρατο βάζει μπροστά σκουτάρι δουλεύοντας το ολούθε· στέριωσε τριπλό λαμπρό στεφάνι λιόφωτο γύρα, και το κρέμασεν από λουρί ασημένιο. Με πέντε φύλλα τότε το ‘στρωσε, μετά στη ράχη απάνω λογής λογής πλουμίδια εχάραξε με τη σοφή του τέχνη.»

gonglove_forging_the_shield_of_Achilles

gonglove_levitasΓια τα γκονγκ τύπου λέβητα – τρίποδα , υπάρχουν πάρα πολλές αναφορές για την ύπαρξή τους και τη χρήση τους ως ηχητικά σκεύη στα μεγάλα μαντεία της αρχαίας Ελλάδας, τη Δωδώνη και τους Δελφούς. Οι Πυθαγόρειοι θεωρούσαν ότι ο ήχος του τρίποδα στους Δελφούς ήταν ο μόνος αντάξιος του Απόλλωνα. Ο Ευριπίδης και ο Αριστοφάνης θέλουν τον ίδιο τον Απόλλωνα να κρούει τους τρίποδες και γενικά πιστευόταν πως ο ήχος τους ήταν η ίδια η φωνή του θεού.  Σύμφωνα με τις αναφορές που υπάρχουν, ήχος έβγαινε όταν ο δυνατός άνεμος κινούσε τους λέβητες, ακόμη και στη νηνεμία οι λέβητες του Απόλλωνα έμοιαζαν να πάλλονται, ήταν ασίγαστοι και «αυτοβόητοι», και η παύση της λειτουργίας του μαντείου των Δελφών συνοδευόταν με την ακινησία των τριπόδων. Υπήρχε επίσης η ψηφομαντεία που γινόταν με τη ρίψη χαλικιών μέσα στο λέβητα για να δημιουργήσουν ήχο.

Σε κάθε μαντείο υπήρχαν πολυάριθμα και διαφορετικά σε μέγεθος ηχητικά σκεύη τύπου γκονγκ που συνηχούσαν μεταξύ τους σαν ορχήστρα. Η μουσική τους σύμφωνα με τους Πυθαγορείους ταυτιζόταν με τη Μουσική των Σφαιρών, την Μουσική που βασιζόταν στην αρμονία της τετρακτίδος και διέτρεχε τον Κόσμο, όλες τις εκφάνσεις της φύσης από την κίνηση των ουρανίων σωμάτων μέχρι τις τέσσερεις εποχές του έτους, και αποτελούσε κοινή γλώσσα μεταξύ θεών, πνευμάτων και ανθρώπων. Ο Πυθαγόρας άκουγε την Μουσική των Σφαιρών «έξω αγόμενος του σώματος» και την θεωρούσε απαραίτητη για την ανάταση και την κάθαρση της ανθρώπινης ψυχής. Η Κοσμική αυτή μουσική σύμφωνα με τις πεποιθήσεις των Πυθαγορείων ήταν ο καμβάς του Σύμπαντος, που συνέπαιρνε τα άτομα που την ανακαλύπτουν και αποτελούσε το μέσο μετάβασης του ανθρώπινου πνεύματος προς το θεό.

Σύμφωνα με τον Πορφύριο, ο μεγάλος αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος, δάσκαλος και ταξιδευτής Πυθαγόρας που έζησε τον 6ο αιώνα π.Χ., θεμελιωτής όλου του σύγχρονου Δυτικού Συστήματος της Μουσικής, μαθητής των Ιδαίων Δάκτυλων και μυημένος στα Ελευσίνια Μυστήρια, πίστευε ότι ο ήχος του γκονγκ ήταν η φωνή του πνεύματος που βρίσκεται μέσα στο γκονγκ. Ο Ίππασος, από τους πρώτους μαθητές του Πυθαγόρα, έκανε πειράματα με «χαλκούς δίσκους» ως πρακτική επίδειξη της ιδέας του Πυθαγόρα ότι οι θεμελιώδεις μουσικές σχέσεις στην οκτάβα μπορούν να αναπαρασταθούν με απλές αριθμητικές αναλογίες. Ο Πυθαγόρας μετά την Αίγυπτο, βρέθηκε στη Βαβυλώνα, και πιθανότατα ήρθε σε επαφή με την Ινδική κουλτούρα, αντάλλαξε γνώση με τους Βραχμάνους και έμεινε γνωστός στην Ινδία σαν Πιτάρ Γκουρού ή Γιαβαναχάρυα, ο Δάσκαλος από την Ιωνία. Ο συσχετισμός του ήχου του γκονγκ και την πρακτικής της γιόγκα στην Ινδία αναφέρονται πολύ μεταγενέστερα, τον 14ο αιώνα μ.Χ. από τον Γιόγκι Σβατμάραμα στο Χάθα Γιόγκα Πραντίπικα, ένα από τα πιο καθοριστικά κείμενα για την εξάσκηση της χάθα γιόγκα. Ο θεμελιωτής της πρακτικής της Κουνταλίνι Γιόγκα από την Ινδία στη σύγχρονη Δύση γιόγκι Μπάντζαν, δίδασκε λέγοντας όπως ο Πυθαγόρας ότι «το γκονγκ είναι το τραγούδι του πνεύματος».

Εθνομουσικολόγοι εικάζουν ότι το γκονγκ διαδόθηκε μέχρι τη βορειοδυτική Ινδία και το Αφγανιστάν με την εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου και από εκεί στην Κίνα. Ο Πλούταρχος γράφει ότι οι Πάρθοι, οι οποίοι κατοικούσαν σε περιοχές της ανατολής κοντά στο σημερινό Ιράν που είχαν κατακτηθεί προγενέστερα από τον Μέγα Αλέξανδρο, χρησιμοποιούσαν μπρούτζινα «τύμπανα» (ἠχείοις χαλκοῖς) και προκαλούσαν δέος και φόβο στους Ρωμαίους αντιπάλους τους το 53 π.Χ. σε μάχες που έδωσαν μεταξύ τους.

Αναφορά στο γκονγκ ως «Χαλκός», συνώνυμο του «Ηχείου» σύμφωνα με τον Ησύχιο τον Αλεξανδρινό, υπάρχει στην Α΄ Επιστολή προς Κορινθίους 13:1, στον περίφημο «Ύμνο προς την Αγάπη». Ο Απόστολος Παύλος χρησιμοποιεί τη φράση «χαλκός ηχών» σε αντίθεση με το «κύμβαλον αλαλάζον» γνωρίζοντας ότι οι κάτοικοι της Κορίνθου, μιας ελληνικής πόλης, ήταν εξοικειωμένοι με το γκονγκ.

Στη Δύση, οι Ρωμαίοι χρησιμοποιούσαν γκονγκ και μεταλλικούς δίσκους (discus) σαν όργανα σηματοδότησης. Ένα γκονγκ με στεφάνη από τον πρώτο ή δεύτερο αιώνα μ.Χ. της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ανακαλύφθηκε στην νοτιοδυτική Αγγλία, στην ευρύτερη περιοχή του Στόουνχεντζ, στο Γουιλτσάιρ.

Στην Ελλάδα θεωρείται ότι ξεχάστηκε η γνώση για το γκονγκ όταν σταμάτησαν να τελούνται τα Ελευσίνια Μυστήρια, έπαψαν να λειτουργούν τα μαντεία και εξαλείφθηκε η εθνική θρησκεία.

Τα γκονγκ αποτέλεσαν από την αρχαιότητα λατρευτικά αντικείμενα. Χρησιμοποιήθηκαν για θρησκευτικές τελετές, για την αναγγελία της άφιξης βασιλέων και μεγάλων ιερέων, για τον εορτασμό γενεθλίων, σε κηδείες, γάμους και μεγάλες γιορτές. Ακόμη για εξορκισμούς, για να φοβίσουν τους εχθρούς, να φέρουν βροχή και να βοηθήσουν τους νεκρούς στο ταξίδι τους στον άλλο κόσμο, σαν ευλογία και σαν πνευματικό βοήθημα στο διαλογισμό, σαν γέφυρες με τον κόσμο των πνευμάτων. Συχνά θεωρούνταν αντικείμενα θεϊκής ή εξωγήινης προέλευσης. Στους πιο εξελιγμένους πολιτισμούς του παρελθόντος, είναι πιθανό να χρησιμοποιήθηκαν για πνευματική καθοδήγηση, αναζωογόνηση, ενώ μυθικές αναφορές θέλουν να χρησιμοποιούνται μέχρι και για την αιώρηση βαριών αντικειμένων, όπως π.χ. λίθοι μεγάλων κατασκευών.

Η κατασκευή του γκονγκ εξαπλώθηκε σε περιοχές όπως η Ινδία, το Θιβέτ, η Βιρμανία, το Βιετνάμ, η Ιαπωνία, η Κορέα και η Ινδονησία, ειδικά στο Μπαλί και την Ιάβα. Στην Κίνα η κατασκευή του γκονγκ έχαιρε μεγάλου σεβασμού και η γνώση μεταβιβαζόταν από γενιά σε γενιά μέσα σε συγκεκριμένες οικογένειες, γνώση που χάθηκε όμως τους τελευταίους δυο αιώνες.

Σήμερα αρκετά γκονγκ φέρουν δυο παραδοσιακά κινέζικα σύμβολα που ονομάζονται “Tai – Loi” που σημαίνουν «το καλό ήρθε» και έχει επικρατήσει να αναφέρονται ως «Ευτυχία Αφίχθη», υποδηλώνοντας σε όποιον συναντήσει ένα γκονγκ τι πρέπει να περιμένει από αυτό. Τα σύμβολα αυτά κάποιοι υποστηρίζουν ότι προέρχονται από μια φράση του Κομφούκιου «Το κακό έφυγε, το καλό ήρθε». Η ίδια φράση «Έφυγον κακόν, εύρον άμεινον» που σημαίνει «Ξέφυγα από τη δυστυχία, βρήκα το αγαθό» υπήρχε ως αρχαιοελληνικό απόφθεγμα στις καθαρτήριες πυρές  που άναβαν κατά το Ηλιοστάσιο και στις αρχαίες ελληνικές τελετουργίες του γάμου, ενώ το Παλλάδιο αποκαλούνταν «εὐτυχίας θρυλλούμενον σύμβολον».

Μια θεωρία στο εξωτερικό για την ονομασία του γκονγκ, είναι ότι  η λέξη γκονγκ χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά τον δέκατο έκτο αιώνα στην Ευρώπη, ότι προέρχεται από το Ινδονησιακό όνομα για το τοπικό γκονγκ των ιθαγενών που ονομαζόταν «μπονάνγκ» ή «μπονάνγκ – μπονάνγκ» στον πληθυντικό. Οι Ολλανδοί άποικοι στην Ινδονησία μετάφρασαν το «μπονάνγκ – μπονάνγκ» σαν «γκομ – γκομ» το οποίο έγινε με την εκφορά του λόγου «γκονγκ – γκονγκ» και αργότερα συντμήθηκε σε «γκονγκ». Στη βιβλιογραφία – συμπληρωματικά – βρίσκουμε ότι η Ινδονησιακή λέξη που χρησιμοποιείται για να περιγράψει το γκονγκ είναι η λέξη «σάκραμ», η οποία προέρχεται από τη σανσκριτική λέξη  για τον τροχό και τέλος ο ήχος του ονόματος του γκονγκ «ονγκ» προσομοιάζεται από τους δασκάλους γιόγκα με τον άκρουστο ήχο της δημιουργίας «ωμ» των Ανατολικών παραδόσεων. Στην γλωσσολογική έρευνα που κάνει το εργαστήριό μας, παράλληλα με την έρευνα για τα γκονγκ της αρχαίας Ελλάδας, ανάμεσα στις λέξεις που συσχετίζονται με τα γκονγκ ανακαλύφθηκε η λέξη «γογγύζω» η οποία στα αρχαία Ελληνικά προφερόταν «γκονγκίζω» και αναφερόταν στον γουργουρητό ήχο που κάνουν τα περιστέρια, τα οποία χρησιμοποιούνταν ως μέρος του ηχητικού μαντικού περιεχομένου προς αποκωδικοποίηση από τους ιερείς της Δωδώνης. Τα λεξικά αναφέρουν ότι η λέξη «γογγύζω» αποτελεί ονοματοποίηση των ήχων των περιστεριών, με συνώνυμα τα: μουρμουρητό, τονθορυσμός, ακατάληπτο ή σιγανό μουρμουρητό, βροντή, βορβορυγμός, γουργούρισμα (κοιλιάς), σταθερός ασθενής βόμβος χαμηλών συχνοτήτων (που σχετίζεται με το βόμβο των μελισσών αλλά και με τον απόηχο της θάλασσας). Όλες αυτές οι λέξεις περιγράφουν το εύρος και την ποικιλία φυσικών ήχων που θυμίζει ο ήχος του γκονγκ και καταδυκνείουν ότι ασχέτως με το γιατί σήμερα αποκαλούμε το γκονγκ έτσι, τελικά συμφωνούμε στο ότι το σημερινό όνομα του γκονγκ οφείλεται στον ήχο που κάνει το ίδιο το γκονγκ και οι αρχαίοι Έλληνες χρησιμοποιούσαν ακριβώς αυτή τη λέξη για να περιγράψουν μια τεράστια πληθώρα φυσικών ήχων σχετιζόμενων με το γκονγκ.

Γκονγκ από το ΓογγύζωΠαρόλο που οι Ευρωπαίοι συγγραφείς περιέγραψαν το γκονγκ γύρω στο 1600, δεν αποτέλεσε μέρος της Δυτικής μουσικής μέχρι περίπου την Γαλλική Επανάσταση. Ωστόσο, το γκονγκ έχει παίξει ένα σημαντικό ρόλο στην μουσική του κόσμου για τουλάχιστον χίλια χρόνια. Όλες οι ασιατικές κουλτούρες χρησιμοποιούν τα γκονγκ και το γκονγκ κάθε χώρας έχει τα δικά του μοναδικά χαρακτηριστικά. Για παράδειγμα, τα Ινδικά γκονγκ είναι συνήθως μικρά με επίπεδη επιφάνεια και δίνουν έναν υψηλό τόνο. Τα γκονγκ της Μυανμάρ είναι αρκετά παχύτερα από τα αντίστοιχα της Κίνας. Στην Ιάβα, παίζουν μαζί σύνολα από κουρδισμένα γκονγκ. Οπουδήποτε αλλού στον κόσμο, τα γκονγκ δημιουργούνται για ποικίλες μουσικές και τελετουργικές χρήσεις. Στην Αφρική, μεγάλα αναρτημένα γκονγκ κατασκευασμένα από σίδηρο χρησιμοποιούνται στην Αιθιοπική Κοπτική εκκλησία. Στη Νότια Αμερική, γκονγκ τα οποία ανακαλύφθηκαν σε Περουβιανούς τύμβους είναι ελαφρώς κοίλα – κυρτά και παράγουν έναν καθαρό ήχο που αντηχεί όταν κρουσθούν.

Η θεραπευτική χρήση του γκονγκ παρέμεινε ξεχασμένη και άγνωστη στη σύγχρονη Δύση, μέχρι το 1969, οπότε και το γκονγκ έγινε γνωστό για τις θεραπευτικές του ιδιότητες από τον γιόγκι Μπάτζαν (Yogi Bhadjan) στις Η.Π.Α., ως ουσιαστικό εργαλείο της εξάσκησης της γιόγκα. Ο γιόγκι Μπάτζαν κατάφερε μέσα σε μερικές συγκλονιστικές προτάσεις και λέξεις να συνοψίσει και να εγκλείσει την ουσία του γκονγκ:

«Το γκονγκ είναι το τραγούδι του πνεύματος. Είναι ο αρχέγονος ψίθυρος της ψυχής. Ο ήχος του είναι η ηχώ του Πρωταρχικού Λόγου που δημιούργησε τον κόσμο, του ήχου που εμπεριέχεται σε όλους τους ήχους. Ακούστε τον με τα εξωτερικά και τα εσώτερα ώτα. Νιώστε τους παλμούς του και αφήστε τα εκατομμύρια των δονήσεων να στροβιλιστούν και να διαρρεύσουν τις αισθήσεις σας. Θα καταστείτε άφοβοι, ήρεμοι κι αφυπνισμένοι.

Οι αρχαίοι αναζητούσαν αυτή την εμπειρία στις κορφές των βουνών και στα ιερά μέρη. Εκεί όπου η φωνή του Θεού θα βροντούσε με θεαματικές ριπές κεραυνών. Η βροντή χτύπησε, συγκλόνισε, κλυδώνισε, αντήχησε! Σταμάτησε κάθε σκέψη, εξάλειψε την προσποίηση, ξεδιάλυνε τους βαθύτερους φόβους και αναζωογόνησε το νευρικό σύστημα. Επέφερε σθένος, γαλήνη και θεραπεία. Το γκονγκ είναι αυτός ο ήχος. Είναι η λάμψη του εσωτερικού φωτός. Ο επικρουστήρας είναι το θέλημα του Απείρου, το γκονγκ η δημιουργία, και ο ήχος το τραγούδι του πνεύματος, το καρδιοχτύπι της ψυχής. Το γκονγκ είναι το πρώτιστο και το ύστατο εργαλείο για τον ανθρώπινο νου. Υπάρχει μόνο ένα πράγμα που μπορεί να υπερβεί και να διατάξει τον ανθρώπινου νου, ο ήχος του γκονγκ. Είναι ο στοιχειώδης ήχος του σύμπαντος, ο ήχος που δημιούργησε αυτό το σύμπαν. Είναι ο θεμελιώδης δημιουργικός ήχος.

Για το νου, ο ήχος του γκονγκ είναι σαν τον πατέρα και την μητέρα που τον γέννησαν. Ο νους δε μπορεί να αντισταθεί σ’ ένα γκονγκ που παίζεται σωστά.»

Η σύγχρονη κουλτούρα θέλει τα γκονγκ σήμερα να αποτελούν σύμβολα της παγκόσμιας ειρήνης, συνεργασίας, αγάπης κι ενότητας και η ουράνια μουσική τους μας καλεί να σμίξουμε τα χέρια και να πορευτούμε μαζί για ένα καλύτερο αύριο της ανθρωπότητας. Με δέος μόνο μπορούμε να αντιμετωπίσουμε το αρχέγονο γκονγκ που επέστρεψε για να μας ανοίξει νέους ορίζοντες στην αντίληψη, τη συνειδητότητα και ό,τι ονομάζουμε ολιστική θεραπεία.

Ιάσονας Βολάκης για το Εργαστήρι της Τέχνης των Γκονγκ GongLove Esooptron MCOO

Map of the Four Main Gong Cult Centers of Ancient Greece
Map of the Four Main Gong Cult Centers of Ancient Greece

Map of Ancient Greek Theaters where Gongs were used in the performances and in the construction of the theaters for enhancing the sound.

Βιβλιογραφία

  • Ζηνόβιος, Έλληνες παροιμιογράφοι
  • Όμηρος, Ιλιάδα, (μετάφραση: Ν. Καζαντζάκης – Ἰ. Θ. Κακριδῆς)
  • Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι – Κράσος
  • Πορφύριος, Πυθαγόρου βίος
  • Χαρίσης Β.Χ. (2012), Ένας χάλκινος τροχίσκος από την Δωδώνη. Η ίυγξ, ο λέβης και η μουσική των θεών.
  • Benton Μ. (2015) Γκονγκ Γιόγκα – Θεραπεία και Εμφώτιση μέσα από τον Ήχο (μετάφραση: Ιάσονας Βολάκης), Αθήνα: Εργαστήρι της Τέχνης των Γκονγκ GongLove ArtLab [Gong Yoga – Healing and Enlightenment through Sound, Austin: Benton M., 2008]
  • Cook A.B. (1902), The gong at Dodona, The Journal of Hellenic Studies.
  • Foucart P. (2000), Τα Ελευσίνια Μυστήρια (Μετάφραση: Δέσποινα Παπαθανασοπούλου), Αθήνα: ΕΝΑΛΙΟΣ [Les Mystères d’Éleusis, Paris: Auguste Picard, 1914]
  • Kerenyi C. (1999), Ελευσίς Μυστήρια και Λατρεία (μετάφραση: Ελένη Παπαδοπούλου), Αθήνα: Ιάμβλιχος [ELEUSIS: Archetypal Image of Mother and Daughter, Princeton: Princeton University Press, 1967]
  • Kunst J. (1947), A hypothesis about the origin of the gong, Ethnos: Journal of Anthropology Volume 12, Issue 4
  • Kunst J. (1949), Music in Java: Its History, its Theory and its Technique, The Hague: Martinus Nijhoff (1973)
  • Liddell & Scott (1904), Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης, Αθήνα: Ανέστης Κωνσταντινίδης
  • McNamara P. (2012), Gongs and Tam-Tams
  • Montagu J. (2007), Origins and Development of Musical Instrument, USA: Scarecrow Press, Inc.
  • Nilsson P. Μ. (1928), The Minoan-Mycenaean Religion and Its Survival in Greek Religion, New York: BIBLO AND TANNEN
  • Sachs C. (1940), The History of Musical Instruments, New York: W.W. Norton
  • Scriptores originum Constantinopolitanarum I, Leipzig, 1901
  • Volakis, Jason Helias, A, and Mitropoulos, Georgios Thomas, Ω.; ,»The Traditional Gong Teachings: Notes on Pythagoras, Yogi Bhadjan, Don Conreaux & Mehtab Benton»,Alpha Omega – The Mighty HandBook of GongLove,,,999,2017,Esooptron MCOO

 

Είστε ελεύθεροι να εκτυπώσετε, αποθηκεύσετε στον υπολογιστή σας και να το μοιραστείτε με φίλους. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση μόνο εφόσον το κείμενο παρουσιάζεται αυτούσιο και γίνεται αναφορά στο συγγραφέα και την ιστοσελίδα www.gonglove.org * Δεν επιτρέπεται η χρήση του κειμένου ολικά ή τμηματικά για εμπορικούς ή διαφημιστικούς σκοπούς * Δεν επιτρέπεται: Να αλλάξετε, να μετασχηματίσετε ή να προσθέσετε οτιδήποτε σε αυτήν την εργασία. Δεν επιτρέπεται η έντυπη αναδημοσίευση, ούτε η αναμετάδοση σε μέσα επικοινωνίας, μέρους ή του συνόλου αυτών χωρίς έγγραφη άδεια από το Εργαστήρι της Τέχνης των Γκονγκ GongLove ArtLab.